Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
Από ποια ηλικία ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει θεραπευτικό πρόγραμμα και γιατί είναι σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση;
Ο θεραπευτής ασχολείται με παιδιά από την παιδική τους ηλικία μέχρι την ενηλικίωσή τους. Αν το παιδί σας παρουσιάζει δυσκολίες σε ομιλία, λόγο ή επικοινωνία τότε είναι καλό να απευθυνθείτε έγκαιρα σε έναν ειδικό , έτσι ώστε να προβεί σε μία αξιολόγηση και να σας κατευθύνει κατάλληλα. Ο χρόνος έναρξης θεραπευτικού προγράμματος ποικίλει από το είδος της διαταραχής. Για παράδειγμα παιδιά με κάποια νευρολογική διαταραχή ή κάποιο σύνδρομο ξεκινάνε από το πρώτο έτος της ζωής τους, ενώ παιδιά με ψυχοκινητική καθυστέρηση ή Διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή ξεκινάνε σε ηλικία 24 μηνών. Ωστόσο παιδιά με αρθρωτικές ή φωνολογικές δυσκολίες ξεκινούν λογοθεραπεία συνήθως στην ηλικία των 3 ετών, εφόσον είναι βέβαιο ότι δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος, διαφορετικού τύπου.
Το παιδί μου δεν είναι κοινωνικό, δεν έχει φίλους και δεν εντάσσεται εύκολα σε νέο περιβάλλον. Πρέπει να ανησυχήσω;
Η δυσλειτουργία στην επικοινωνία και την κοινωνικότητα του ατόμου επιφέρει ψυχοσυναισθηματικά ελλείμματα και κοινωνική απομόνωση. Μέσα από την πρόληψη, τη διάγνωση, τη θεραπεία και την αποκατάσταση, άτομα με τέτοιου είδους δυσκολίες εντάσσονται πιο ομαλά στο κοινωνικό σύνολο και διευκολύνονται στην καθημερινότητά τους.
Το παιδί μου είναι 2 ετών, δεν μιλάει και δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του. Πρέπει να ανησυχήσω;
Με βάση τα τυπικά στάδια ανάπτυξης ένα παιδί 2,5 ετών θα πρέπει να έχει εκφραστικό λεξιλόγιο 50-250 λέξεις. Σ’ αυτή την ηλικία τυπικά θα πρέπει να χρησιμοποιεί κατά τον προφορικό του λόγο απλές ολοκληρωμένες προτάσεις (π.χ «Μαμά θέλω παγωτό»), να λέει το όνομά του, να ονομάζει οικεία αντικείμενα, να απαντά σε απλές ερωτήσεις (όχι απαραίτητα με καθαρή άρθρωση). Ωστόσο, σ’ αυτή την ηλικία μας ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο η αντίληψη του παιδιού και έπειτα η γλωσσική ικανότητα. Επομένως, θα πρέπει να μιλήσετε αρχικά με το γιατρό που παρακολουθεί το παιδί και έπειτα, αν ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται, να επισκεφθείτε έναν ειδικό (αναπτυξιολόγο, παιδονευρολόγο, παιδοψυχίατρο) προκειμένου να λάβετε τις απαραίτητες κατευθύνσεις
Επηρεάζεται η σχολική απόδοση από μια διαταραχή λόγου;
Η έγκαιρη παρέμβαση σε καθυστέρηση του λόγου ή κάποια άλλη διαταραχή θα βοηθήσει το παιδί να αποφύγει δευτερογενείς συνέπειες, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, μειωμένη κοινωνική δραστηριότητα, φόβο για επικοινωνία και προσωπική έκφραση του, καθώς επίσης και πιθανή εκδήλωση μαθησιακών δυσκολιών σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Επομένως, όσο πιο έγκαιρη η παρέμβαση, τόσο μικρότερες οι πιθανότητες εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών στο εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Σε ποιες περιπτώσεις κρίνεται η έναρξη συμβουλευτικής στους γονείς;
Οι γονείς που αντιμετωπίζουν δυσκολία στη διαχείριση και την οριοθέτηση των παιδιών τους κρίνεται αναγκαίο να ξεκινήσουν συμβουλευτική ώστε να καταφέρουν, με κατευθύνσεις της ειδικού, να διευκολύνουν τόσο την καθημερινότητα του παιδιού τους όσο και την δική τους.
Πόσο διαρκεί το πρόγραμμα αποκατάστασης;
Η ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος εξαρτάται σε ένα πρώτο επίπεδο από τη διάγνωση. Παιδιά με διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού αναλόγως τις δυσκολίες μπορεί να χρειαστεί να παρακολουθήσουν πρόγραμμα και στην ενήλικη ζωή τους. Επίσης άλλοι παράγοντες είναι η συνεργασία τόσο του παιδιού όσο και των γονιών στις οδηγίες του θεραπευτή, ο βαθμός προόδου και η εξέλιξη που δείχνει το παιδί.
Τι δαπάνες καλύπτει ο ασφαλιστικός φορέας και πως διαμορφώνεται το θεραπευτικό πρόγραμμα σύμφωνα με τις γνωματεύσεις;
Αναλόγως με τον ασφαλιστικό φορέα που ανήκει ο ασφαλισμένος και τη διάγνωση του υπεύθυνου γιατρού εγκρίνονται συγκεκριμένες θεραπείες, το σύνολο των θεραπειών συνυπολογίζεται και αποζημιώνεται απευθείας στους γονείς. Το θεραπευτικό πρόγραμμα διαμορφώνεται μετά από αξιολογήσεις ανάλογα με τις ανάγκες κάθε παιδιού.
Τι είναι οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες και ποια τα είδη τους;
Έχει διαπιστωθεί ότι κάποια παιδιά με την είσοδο τους στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου έρχονται αντιμέτωπα με μία απρόσμενη καθημερινή κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, ενώ φαίνεται να έχουν ικανοποιητική νοητική ικανότητα, να διαβάζουν τις απαραίτητες για την τάξη τους ώρες, να λαμβάνουν την κατάλληλη εκπαίδευση από το σχολείο και να έχουν τη στήριξη του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, να μην μπορούν να αποδώσουν ανάλογα στο σχολείο. Μια τέτοια εικόνα, κατόπιν αξιολόγησης και αν δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι, μπορεί να αποδοθεί στις Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (Ε.Μ.Δ.).
Τα είδη των Ε.Μ.Δ. είναι:
- Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία Ανάγνωσης (Δυσλεξία):το παιδί δυσκολεύεται να μάθει ανάγνωση.
- Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία Γραφής/Γραπτής Έκφρασης: το παιδί έχει σημαντικές δυσκολίες στη χρήση του γραπτού λόγου, τα κείμενα του παραμένουν κακογραμμένα και ανορθόγραφα.
- Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία Μαθηματικών:το παιδί δυσκολεύεται κατά την εκμάθηση μαθηματικών δεξιοτήτων.
Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε μία από τις παραπάνω Ε.Μ.Δ. εμφανίζεται παρά την επαρκή νοητική ικανότητα του παιδιού, την ικανοποιητική εκπαίδευση που λαμβάνει από το σχολείο και τις προσπάθειες του να ανταπεξέλθει .
Ειδική μαθησιακή δυσκολία ανάγνωσης – δυσλεξία: τι είναι, ποια είναι τα συμπτώματα, πως γίνεται η διάγνωση;
Ο όρος «δυσλεξία» στη χώρα μας είναι παρεξηγημένος και τούτο διότι στο άκουσμά του μας δημιουργείται η εντύπωση ότι αναφέρεται σε κάποια γενική διαταραχή της λειτουργίας του λόγου και της ομιλίας, ενώ η δυσλεξία αφορά και περιορίζεται σε διαταραχή μόνο του γραπτού λόγου. Η διεθνής ομοσπονδία Νευρολογίας καθορίζει τη δυσλεξία ως σύνδρομο που εκδηλώνεται με απροσδόκητη αποτυχία στην εκμάθηση του γραπτού λόγου, ιδιαίτερα της ανάγνωσης, παρά την επαρκή σχολική εκπαίδευση, τη φυσιολογική νοημοσύνη και τις επαρκείς κοινωνικό-πολιτιστικές ευκαιρίες. Οφείλεται σε νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει θεμελιακές λειτουργίες της μάθησης. Υπολογίζεται ότι περίπου 1-3% του συνολικού πληθυσμού εμφανίζει δυσλεξία, ενώ το ποσοστό των παιδιών σχολικής ηλικίας που για διάφορους λόγους εμφανίζουν
μαθησιακές δυσκολίες, χωρίς να έχουν δυσλεξία, είναι πολύ μεγαλύτερο και υπολογίζεται σε 20-25%. Τα συμπτώματα του συνδρόμου της δυσλεξίας είναι:
- δυσκολία στην ανάγνωση, Πιο αναλυτικά, ενδείξεις σχετικά με την ανάγνωσηπου θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη διάγνωση της δυσλεξίας είναι:
- δυσκολία στη γραφή και την ορθογραφία
- διάσπαση προσοχής,
- διαταραχή προσανατολισμού,
- προβλήματα οφθαλμοκίνησης,
- δυσχέρεια αντίληψης της αλληλουχίας, και
- δευτεροπαθή ψυχολογικά προβλήματα.
Για τη διάγνωση της δυσλεξίας απαραίτητη είναι η ανεύρεση όλων των τυπικών χαρακτηριστικών του συνδρόμου, όπως αναφέρθηκαν. Δεν αρκούν όμως αυτά. Από όλα αυτά γίνεται κατανοητό ότι η διάγνωση της δυσλεξίας δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη διαδικασία. Αντίθετα απαιτεί εμπειρία, εξειδίκευση και μεγάλη προσοχή και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνεται από ομάδα ειδικών που θα περιλαμβάνει ειδικευμένο παιδίατρο και εκπαιδευτικό ψυχολόγο και κατά περίπτωση άλλους ειδικούς, όπως νευρολόγο, οφθαλμίατρο, λογοθεραπευτή κλπ., που θα εκτιμήσουν προσεκτικά τις ικανότητες και τις αδυναμίες του παιδιού πριν του βάλουν την ετικέτα του «δυσλεξικού». Η δυσλεξία, αφού είναι χρόνια νευρολογική διαταραχή, δεν θεραπεύεται. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικά δυσλεξικό παιδί θα εξελιχθεί σε δυσλεξικό ενήλικα. Οι ικανότητες όμως δυσλεξικών παιδιών βελτιώνονται αρκετά με την εφαρμογή ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Γι’ αυτό, και η έγκαιρη αντιμετώπισή της έχει καθοριστική σημασία για την εξέλιξη των δυσλεξικών ατόμων.